ΕΝΑΣ μονολογεῖ: «Πιὸ πάνω ἀπὸ τούς Ἀέρηδες, καθὼς περνᾶ μὲ τὴν καρότσα του ὁ Θεὸς πάνω ἀπὸ τὰ σύννεφα, ἐξαγγέλλοντας μὲ ἀστραπὲς τὴ βροχή, ἀνοίγοντας ματόκλαδα στ᾽ ἄπειρο, βήματα ἀπὸ μνῆμες ἀρχαῖες προγονικές, ἀκούγονται στὸν ἱστορικὸ λιθόστρωτο. Ἔρχονται ἀπὸ τὸν περικαλὴ ναὸ τῆς Παρθένου, ποὺ στὸν κόρφο της ἴσαμε πέρα, στοὺς πατρικοὺς ἀνήφορους τοῦ ὁρίζοντα, σὰν πιάτο φαγητὸ μὲ καρικεύματα τῶν γάμων τ᾽ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, στοχασμὸς εὐρὺς ἁπλώνεται ἡ πολιτεία. Ἡ ἐκτεταμένη θέα ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν θνητὸ τὸ πρόσωπο, ἐπιτρέποντάς τον νὰ καταλάβει τὰ μετά, πρὶν ἀπὸ τὴ λήξη καὶ λύση τῆς φυσικῆς συμφυΐας. ᾿Ἀκολούθως νιώθει νὰ γίνονται τὰ ξένα ὀνόματα σῶμα δικό του. Στὸν ἰδιοτελή του νοῦ δὲν κατέχει πιὰ τίποτα ἀτομικό, ὅταν ἀκόμα πρὶν φέξει ἀνοίγει ἡ πύλη».
*
Η ΑΝΑΠΝΟΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ἐκτείνονταν μπροστά του στὸ ἄπειρο. Γέμιζε τὰ κενὰ τοῦ χώρου, ὅπου στροβιλίζονται ἡ γῆς καὶ ὅλοι οἱ στρόγγυλοι κόσμοι. Δὲν συγχέονταν μὲ τὸν ἀέρα τῆς ἀτμόσφαιρας ἢ μὲ τὸν αἰθέρα τοῦ διαστήματος, οὔτε ἐκτελοῦνταν σὲ δυὸ χρόνους σὰν εἰσπνοὴ κι ἐκπνοή. Ἔστεκε, παρέμενε αἰώνια ἡ ἴδια. Χῶρος ποὺ περιέκλυε τὸν χρόνο ὅλον, ἀκέραιο. Ἡ ἀναπνοὴ τῶν νεκρῶν πηγὴ ζωτική, δεκτική, τῆς ψυχῆς. Πανέντιμος οἶκος, κάμαρη μὲ τοὺς τέσσερες τοίχους, ὅπου μέσα βρισκόταν ὁ ἴδιος καὶ ἀνέπνεε.
*
Η ΗΜΕΡΑ εἶναι ὄμορφη. Ὅμως καθὼς σήμερα ἁγιάζεται τῶν ὑδάτων ἡ φύση μὲ ὑπὲρ νοῦν ἄνοιγμα τοῦ Οὐρανοῦ, τὸ κάλος τῆς ἡμέρας δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ἂν λάμπει ἢ ὄχι ὁ φυσικὸς ἥλιος. Εἶναι μᾶλλον συννεφιά. Δὲν βρέχει γιατί χτὲς χύθηκαν τὰ δάκρυα ὅλων τῶν μετανοούντων. Τὰ σύννεφα συγκρατώντας τὰ δικά τους δάκρυα χαρίζουν ἕνα φῶς μαργαριταρένιο.
*
Μιὰ προσεκτικὴ ἀνάγνωση τῆς Πραγματογνωσίας ἀποκαλύπτει τελείως ἄλλα πράγματα ἀπὸ τὴν ἄμορφη καὶ χαλαρὴ διαδοχὴ ἑτερόκλιτων ἀφηγηματικῶν κυψελῶν. Τὸ βιβλίο διηγεῖται παράλληλα δύο ἱστορίες. Ἡ πρώτη εἶναι ἐκείνη τῆς μικρῆς Θεσσαλονικιώτικης κοινωνίας, πρόσωπα συμπαθητικὰ τὸ καθένα μὲ τὸν τρόπο του, ποὺ ζοῦν δύσκολα, ἀγαποῦν, ἐγκαταλείπονται καὶ πεθαίνουν γιὰ νὰ ξαναγεννηθοῦν ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ. ῾Η δεύτερη εἶναι ἐκείνη τῆς προοδευτικῆς κάθαρσης τῆς ματιᾶς ἑνὸς μάρτυρα ποὺ φθείρεται καὶ ἐξαφανίζεται στὸν στοχασμὸ καὶ ποὺ τὸ λογοτεχνικό του ἔργο διαλύεται σ᾽ ἕνα ἀνεκλάλητο μυστικιστικὸ μήνυμα (HENRI TONNET).