ΤΟ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟ

του Βασίλη Τσιαμπούση

Ὁ Δημητρός Κ., συμμαθητής μου ἀπ’ τό γυμνάσιο, κατασκεύασε ἕνα ὑπόστεγο πάνω ἀπό τό μνῆμα τοῦ γιοῦ του καί, ἔβρεχε χιόνιζε, πήγαινε ἐκεῖ τά βράδια, ἔπινε, κάπνιζε κι ἄκουγε μοντέρνα ἑλληνικά τραγούδια τέρμα ἔνταση: Ρέμο, Βανδῆ, Ρουβά... τά ἴδια πού ἄκουγε καί τό παιδί ὅταν ζοῦσε. Καί, ὅποτε τά ἐλεύθερα κανάλια μετέδιδαν κανέναν ποδοσφαιρικό ἀγώνα, κουβαλοῦσε μιά μικρή τηλεόραση, τή συνέδεε μέ τήν μπαταρία τοῦ αὐτοκινήτου του κι ἔβλεπε τό μάτς παρέα μέ τό παλικάρι του.
Κάποιοι ὅμως τόν κατήγγειλαν στό Πολεοδομικό καί, ἀφοῦ τοῦ ἔριξαν γερό πρόστιμο, τόν διέταξαν νά κατεδαφίσει τό ὑπόστεγο ἐντός δεκαημέρου. Ὁ Δημητρός, ἔχοντας κατά νοῦ τήν καμπάνια τοῦ ὑπουργείου πού ἔλεγε: «Δήλωσε τό αὐθαίρετό σου γιά νά τό σώσεις», ἦρθε στό τεχνικό γραφεῖο μου μέ τήν ἀπόφαση ἀνά χείρας καί μέ παρακάλεσε νά ξεκινήσω τή διαδικασία νομιμοποίησής του.
Αὐτό πού ζητοῦσε ἦταν ἐξωφρενικό, ἐντούτοις μέ ὑπομονή προσπάθησα νά τοῦ ἐξηγήσω ὅτι ἡ περίπτωσή του δέν ἐνέπιπτε σ’ ἐκεῖνες πού προέβλεπε ὁ νόμος καί ἄδικα θά πήγαινε καί ὁ κόπος μου καί τά λεφτά του. Ἐκεῖνος ὅμως ἐπέμενε ὅτι στήν Ἑλλάδα ὅλα γίνονται, ἀρκεῖ νά βρεθεῖ τό κατάλληλο κουμπί.
Στό τέλος γιά νά τόν ξεφορτωθῶ, γιατί εἶχα κι ἄλλη δουλειά νά κάνω, τοῦ εἶπα: «Ἄσε νά ψάξω τή νομοθεσία, μήπως βρῶ κανένα παραθυράκι». Καί γιά νά φανεῖ ὅτι θ’ ἀντιμετώπιζα τό θέμα σοβαρά: «Γιά πόσα χρόνια θέλεις ἄδεια διατήρησης, ἄν μᾶς τή δώσουν;».
«Μέχρι νά πεθάνω, ξέρω ’γω; Βάλε τριάντα χρόνια!».
Καθώς ἔφευγε, γυρίζει καί μοῦ λέει: «Πάλι καλά πού δέν μοῦ ἔκαναν καί μήνυση γιά διατάραξη τῆς κοινῆς ἡσυχίας!». Προσπάθησα νά συγκρατηθῶ, ἀλλά μᾶς ἔπιασαν καί τούς δύο τά γέλια, ὥσπου τά μάτια του γέμισαν δάκρυα...
Ἕνα μήνα ἀργότερα οἱ τοπικές ἐφημερίδες δημοσίευσαν πρωτοσέλιδες φωτογραφίες τοῦ Δημητροῦ, πού ἁλυσοδέθηκε ἀπό μόνος του στό αὐθαίρετο γιά νά μήν ἐπιτρέψει τήν κατεδάφισή του. Δίπλα του διακρινόταν μιά φαγάνα καί κάνα δυό ὑπάλληλοι τοῦ δήμου μέ κράνη ἐργασίας στό κεφάλι, ἕτοιμοι γιά δράση. Ἐντέλει, ὕστερα κι ἀπό παρέμβαση τοῦ εἰσαγγελέα, τό ὑπόστεγο ξηλώθηκε.
Πέρασαν ἄλλοι δυό μῆνες κι ἕνα πρωί συνάντησα τόν Δημητρό στήν ἀγορά. Στήν ἀρχή προσπάθησα νά τόν ἀποφύγω, ἀλλά δέν τό κατόρθωσα. Ἐκεῖνος, πάντως, μέ πλησίασε σάν νά μήν εἶχε κανένα παράπονο γιά τό ὅτι δέν ἀσχολήθηκα μέ τήν ὑπόθεσή του. Κι ἄρχισε νά μοῦ μιλά γιά ποδόσφαιρα καί γιά τά χρήματα πού θά κλήρωνε τήν Κυριακή τό λόττο, δέκα τζάκ–πότ ἀπανωτά. Ὁπότε δέν κρατήθηκα καί τόν ρώτησα πῶς ἔκλεισε ἡ γνωστή ἱστορία, ἐννοώντας τί εἶχε γίνει μέ τά πρόστιμα καί τούς καταλογισμούς.
Χαμογέλασε. «Ἐγώ βρήκα λύση στό πρόβλημα καί δέν μέ νοιάζει τίποτε ἄλλο», μ’ ἀπάντησε. «Πρίν ἀπό εἴκοσι μέρες ἀγόρασα ἕνα μικρό αὐτοκινούμενο τροχόσπιτο πού ἔχει καί τέντα. Καί κάθε βράδυ τό παρκάρω δίπλα στόν τάφο καί ὅλα εἶναι ἐντάξει. Καμιά φορά ἔρχεται κι ὁ νυχτοφύλακας καί μοῦ κρατᾶ παρέα· τρῶμε, πίνουμε, παίζουμε χαρτιά καί περνᾶ ἡ ὥρα χωρίς νά τό καταλάβουμε.

Διαβάστε τη συνέχεια στα ΑΝΘΙΒΟΛΑ, τεύχος 1

ΑΝΘΙΒΟΛΑ 1

Εγγραφείτε στο newsletter μας!

Εγγραφείτε στο newsletter μας και ενημερωθείτε πρώτοι για νέες κυκλοφορίες, προσφορές και εκδηλώσεις!