Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΘΕΙΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΕΡΩΤΑ

Δημήτρης Μαυρόπουλος

*[Ὁμιλία πού ἔγινε στίς 4 Μαρτίου 2017 στό Ἵδρυμα Θεοχαράκη, στό πλαίσιο προγράμματος τοῦ Κέντρου Τέχνης & Ψυχοθεραπείας, μέ γενικό τίτλο «Ἔρωτας καί θάνατος στήν τέχνη καί τή Ζωή». Βλ. «Ἡ διαλεκτική τοῦ ἀνθρώπινου καί τοῦ θείου ἔρωτα» - 4/3/2017, 18:00-20:30 - Ὁμιλητές: Δημήτριος Μαυρόπουλος, Θεολόγος, Συγγραφέας, Οὔρεσης Τοντόροβιτς, Καλλιτέχνης, εἰκονογράφος, βυζαντινολόγος. Συντόνισε: Δημήτριος Κυριαζής, M.D., PhD, Ψυχίατρος, Παιδοψυχίατρος, Ψυχαναλυτής].

  1. Εἰσαγωγικά

Ὁ ὅρος «ἔρωτας» χαρακτηρίζει τίς ἀνθρώπινες σχέσεις σέ μιά ἰδανική μορφή, καί νοεῖται ὡς ἑλκτική δύναμη πού προκαλεῖται ἀπό τό κάλλος. Ὁμόλογος ὅρος πρός τόν ἔρωτα εἶναι ἡ ἀγάπη, πού πρωτοεισάγεται μέ τήν Καινή Διαθήκη, ἡ ὁποία ὅμως ἔχει ἕνα διευρυμένο περιεχόμενο. Στή χριστιανική παράδοση ἡ λέξη ἔρωτας εἰσάγεται στίς ἀρχές τοῦ 2ου αἰώνα καί δηλώνει τήν ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό ὡς ἀπάντηση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἐπιτεταμένη δηλαδή ἀγάπη πού ὑπερβαίνει τό στενά ἐννοούμενο σαρκικό θέλημα, ὀνομάζεται ἔρωτας, καί μάλιστα ἐπειδή πόθος της εἶναι ἡ σχέση μέ τόν Θεό, ὀνομάζεται θεῖος ἔρωτας.

Ὀνομάζουμε λοιπόν ἀνθρώπινο ἔρωτα τήν ἑλκτική δύναμη μεταξύ δύο, κατ᾽ ἀρχήν, ἑτεροτήτων, πού παράγει σχέση ὑπαρξιακῆς ἀμοιβαιότητας, ἐνιδρύοντας ὑπέρβαση τῶν ἐγωιστικῶν ἀτομικοτήτων, ὥστε νά δημιουργηθεῖ κοινωνία προσώπων. Ἀναγνωρίζεται ὁ ἀνθρώπινος ἔρωτας ὡς δύναμη τῆς φύσεως (σώματος καί ψυχῆς) καί καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νά τήν καλλιεργεῖ διά βίου, ὥστε νά μήν ἐκτραπεῖ σέ ἄρρωστη σχέση ἀτομικῶν ἐγώ, πού παράγουν ψυχικό θάνατο. Αὐτή ἡ θεοποιός ἀγάπη ὡς δυναμική κίνηση πρός τό ἕτερον (πρόσωπο), εἶναι ἐμφυτευμένη ἐντός τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης ὡς καταστατική δομή της. Ἀντίπαλος αὐτῆς τῆς συνθήκης ἀγαπήσεως ἀναδεικνύεται τό ἐξατομικευμένο «ἐγώ» τοῦ ἀνθρώπου. Ἀκόμα καί ὅταν ρηγματοῦται αὐτό τό ἀτομικό «ἐγώ» λόγῳ τῆς ἔκπληξης τοῦ ἔρωτα, ἐξακολουθεῖ νά εἶναι παρόν καί νά ἀπειλεῖ τήν ἴδια τήν ὑπέρβασή του.

Ὀνομάζουμε θεῖο ἔρωτα τόν τρόπο ὑπάρξεως τῆς θεότητας (ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί), συνθήκη πού τήν ὀνομάζουμε ἐπίσης τριαδικότητα, καί σέ σχέση μέ τόν κόσμο «θεία Οἰκονομία». Σέ αὐτό τόν τρόπο ὑπάρξεως καλεῖται νά μετάσχει ὁ ἄνθρωπος, καί μιά τέτοια ἐπίτευξη ὀνομάζεται σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Πρότυπο καί παράδειγμα ἀνθρώπου πού ἔφτασε σέ αὐτό τό κατόρθωμα λογίζεται ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ὁποῖος τόσο πολύ ἀγάπησε τόν κόσμο, ὥστε ἔδωσε τήν ἴδια τή ζωή του γι᾽ αὐτόν.

Ἡ διαλεκτική σχέση θείου καί ἀνθρώπινου ἔρωτα ἔγκειται στό ὅτι ὁ δεύτερος τρέφεται ἀπό τόν πρῶτο καί ἀνάγεται σ᾽ αὐτόν, κατά τήν ἔννοια ὅτι ὁ πρῶτος γίνεται αἰτία καί διδάσκαλος τοῦ δεύτερου, ὄντας συγχρόνως καί πρότυπο. Σκοπός καί τέλος αὐτῆς τῆς ἐρωτικῆς ἀναλογίας εἶναι ἡ ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου στή θεία δόξα, συνθήκη πού προεικονίζεται καί ψηλαφεῖται ὡς κοινωνία μέ τόν Χριστό κάθε φορά πού μετέχουμε τῆς θείας Εὐχαριστίας καί τῆς θείας Κοινωνίας.

 2. Ἡ ἱστορία τῶν ὅρων ἀγάπη καί ἔρωτας

 Ὁ ἀρχαιοελληνικός κόσμος προσέγγιζε, προσδιόριζε καί περιέγραφε τίς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων χρησιμοποιώντας τά ρήματα ἀγαπῶ, φιλῶ καί ἐρῶ. Ἀπό τόν Ὅμηρο μέχρι καί τόν Ἀριστοτέλη τό περιεχόμενο αὐτῶν τῶν λέξεων γνώρισε μιά ποικιλία ἀναπτύξεων, πού ξεδίπλωναν τίς σχέσεις συγγένειας, φιλίας, δεσμῶν, ἀλλά καί τήν ἀνάπτυξη σχέσεων μέ ἔννοιες καί ἀρχές ζωτικές γιά τόν βίο τῶν ἀνθρώπων: φιλοπατρία, ἀναζήτηση τοῦ ἀληθοῦς ἤ τοῦ κάλλους, ἀγαθό βίο. 

Στόν Ὅμηρο τό ἀγαπᾶν σημαίνει τή στοργή, ὄχι μόνον πρός τόν οἰκεῖο καί τόν φίλο, ἀλλά καί πρός τά ζῶα ἤ τά πράγματα καί τά φαινόμενα τῆς δημιουργίας. Π.χ.: «ὡς δέ πατήρ ὃν παῖδα φίλα φρονέον ἀγαπάζῃ» (Ὀδ. Π 17), ἀλλά καί «κύνεον ἀγαπαζόμενοι» (Ὀδ. Φ 224).

Στόν Πλάτωνα ἔχουμε τήν πληρέστερη ἀνάπτυξη τῶν ἐνδιάθετων ἢ ἐνεργούμενων πράξεων τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος θέλγεται ἀπό τό κάλλος ἢ τό ἀγαθόν καί ἀπαντάει στήν ἕλξη του. Ὁ ἔρωτας νοεῖται ὡς δύναμη ἑλκτική πού μπορεῖ νά ἀναπληρώσει τήν ἔνδεια (πενία) τοῦ ἀνθρώπου. Ἀκολουθώντας τόν δρόμο τοῦ ἔρωτα ὁ ἄνθρωπος σχετίζεται μέ τό κάλλος πού ἐνυπάρχει στόν κόσμο καί φωτίζει τήν ἀλήθεια τοῦ κόσμου. Νά σημειωθεῖ ὅτι τό κάλλος αὐτό δέν ἔχει μόνον σωματικότητα, ἀλλά μπορεῖ νά ὑπάρχει ὡς σοφία, ὡς καλλιτεχνία, ὡς ὡριμότητα. Παράλληλα, στόν Πλάτωνα τό ἀγαπᾶν ἐκφράζει ἐπίσης αἰσθήματα: «ὥσπερ γάρ οἱ ποιηταί τά αὑτῶν ποιήματα καί οἱ πατέρες τούς παῖδας ἀγαπῶσι» (Πολιτεία 330C).

Σημειώνω ὅτι, εἰδικά στόν Πλάτωνα, ὁ ἔρωτας διαλέγεται μέ τόν θάνατο καί ὁ πρῶτος νοεῖται ὡς ὑπέρβαση τοῦ δεύτερου. Τό θέμα αὐτό ἀναπτύσσεται ἰδιαιτέρως στά δύο ἔργα του, τό Συμπόσιο καί τόν Φαῖδρο, πού γράφτηκαν τό ἕνα μετά τό ἄλλο. Ἀσφαλῶς καί ὁ πλατωνικός ἔρωτας ἀναγνωρίζεται σέ σωματικές σχέσεις, ζητούμενο ὅμως εἶναι νά ἁρθεῖ σέ σχέσεις πέραν τῆς σωματικότητας, ἐν τέλει νά ἀνοιχτεῖ πρός τόν κόσμο τῶν ἰδεῶν καί ἔτσι νά ὑπερβεῖ τήν ἐγγενή στήν ἀνθρώπινη φύση θνητότητα. Ἐπιγραμματικά θά λέγαμε: ἔρωτας ἐναντίον θανάτου.

Μέ τήν Καινή Διαθήκη εἰσάγεται γιά πρώτη φορά στήν ἱστορία ἡ λέξη «ἀγάπη», ὡς οὐσιαστικό, δηλωτική τῶν σχέσεων πού καλοῦνται νά ἐνεργήσουν ὅσοι στέργουν νά ἀκολουθήσουν τήν ὁδό πού ὑποδεικνύει ὁ Χριστός, ἡ ὁποία ἔχει ὡς τελικό προορισμό τήν κοινωνία μαζί του. Πρόκειται γιά τρόπο βίου, ἤ καλύτερα γιά τρόπο ὑπάρξεως, κατά τό πρότυπο τῆς τριαδικῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ ἀποστροφή τοῦ Ἰησοῦ πρός τόν οὐράνιο Πατέρα του, ἐν σχέσει μέ τούς μαθητές του: «ἵνα ἡ ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾖ κἀγώ ἐν αὐτοῖς» (Ἰωάν. 17,26).

Διαβάστε τη συνέχεια στα ΑΝΘΙΒΟΛΑ, τεύχος 1

ΑΝΘΙΒΟΛΑ 1

 

 

Εγγραφείτε στο newsletter μας!

Εγγραφείτε στο newsletter μας και ενημερωθείτε πρώτοι για νέες κυκλοφορίες, προσφορές και εκδηλώσεις!