Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΘΑ ΣΩΣΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ - ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΛΟΥΣ

Σταύρος Γιαγκάζογλου

Τό κάλλος ἔχει μεγάλη ἱστορία στήν ἑλληνική σκέψη καί παράδοση στή διαχρονία της. Πρόκειται γιά τά ἔργα καί τά ὁράματα τῆς ἑλληνικῆς κλασικῆς ἀρχαιότητας, τά ὁποῖα μέσα ἀπό ποικίλες ἐκφράσεις συγκρότησαν μιάν ὁλόκληρη «μυθολογία τοῦ κάλλους».

Πρῶτο στάδιο τῆς περί κάλλους ἀντίληψης ὑπῆρξε ἡ μυθολογία περί τῆς ὡραιότητας τοῦ σώματος, τήν ὁποία λάτρεψε καί ἐξέθρεψε τό ἑλληνικό πνεῦμα. Ἡ ὡραιότητα τοῦ σώματος πού ἐνυλώθηκε κατ’ ἐξοχήν στά έργα τέχνης ἦταν μιά ζωντανή πραγματικότητα γιά τόν ἀρχαῖο Ἕλληνα. Μολονότι ἐμεῖς σήμερα ἁπλῶς ἰχνηλατοῦμε μουσειακά καί ἀποσπασματικά τόν ἀρχαιοελληνικό κόσμο καί πολιτισμό, τά ἔργα τέχνης τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας περικλείουν μιάν ὁλόκληρη κοσμο-θεωρία.

Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες εἶχαν μιά συγκεκριμένη θεώρηση τῆς φύσης ὡς κόσμου, ἔβλεπαν, δηλαδή, τή φυσική πραγματικότητα ὡς τάξη, ἁρμονία, συμμετρία καί κυρίως ὡς κόσμημα καί ὡς κάλλος. Μεταφέροντας τίς ἀρχές αὐτές ἀπό τό κοσμολογικό στό ἀνθρωπολογικό ἐπίπεδο, ἡ ἀρχαιοελληνική τέχνη τίς ἀποτύπωσε κυρίως στή γλυπτική. Ἔτσι, σπουδάζοντας τά ἀρχαῖα ἀγάλματα ἀντιλαμβάνεται κανείς ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες πραγματοποίησαν σέ ὁλόκληρο σχεδόν τόν πολιτισμό τους μιάν ἄσκηση καί μιά σπουδή τοῦ φυσικοῦ κάλλους τοῦ κόσμου. Ἄν τό πρῶτο στάδιο τῆς σπουδῆς τοῦ κάλλους ἀποτέλεσε ἡ ἀνάδειξη τῆς φυσικῆς ὡραιότητας τοῦ σώματος, σέ ἕνα δεύτερο, πιό ἐκλεπτυσμένο ἐπίπεδο, συντελέστηκε ἡ μετάβαση ἀπό τή μυθολογία καί τήν αἰσθητική τοῦ σώματος στή νοερή ἰδέα τοῦ κάλλους καί στή μυθολογία τῆς ψυχῆς.

Στόν Πλάτωνα ἡ σημασία τοῦ κάλλους ἀναφέρεται κυρίως στήν ψυχή, ἡ ὁποία ἐμπεριέχει ἀρχετυπικά καί ὅλες τίς ἰδιότητες τῆς μυθολογίας τοῦ σώματος. Τό σῶμα δέν εἶναι παρά μιά αἰσθητική ἀντανάκλαση τῶν ἀρετῶν καί τῶν ἰδιοτήτων τῆς ψυχῆς. Μέ τήν πλατωνική ψυχολογία τό κάλλος ἀνάγεται καί κυρίως ἐντοπίζεται στή νοερή φύση τῆς ψυχῆς. Μέ τόν Νεοπλατωνισμό, τό κύκνειο ἄσμα τῆς ἀρχαιοελληνικῆς σκέψης, ἡ μυθολογία τοῦ ὡραίου λαμβάνει ὁριστικό διαζύγιο ἀπό τή μυθολογία τοῦ σώματος. Ὁ Πλωτίνος ἔφθασε νά θεωρεῖ ὅτι οἱ αἰσθήσεις εἶναι βέβηλες. Γι’ αὐτό, ἄλλωστε, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Πορφύριος, δέν ἤθελε οἱ γλύπτες νά τόν περιγράψουν.

Ἡ νεοπλατωνική αὐτή θεωρία τοῦ ἀπόλυτου χαρακτήρα τῆς ψυχῆς ἦταν μιά διαδεδομένη φιλοσοφία κατά τούς πρώιμους χριστιανικούς αἰῶνες. Μάλιστα, ὁ Χριστιανισμός στά πρῶτα χρόνια τῆς ἐμφάνισής του στό ἱστορικό προσκήνιο κατηγορήθηκε ἀπό ἐθνικούς φιλοσόφους ὡς «φιλοσώματον γένος» καί ὅτι ἐξαιτίας τοῦ γεγονότος αὐτοῦ βρισκόταν σέ ριζική ἀντίθεση μέ τήν ἀρχαία ἑλληνική παράδοση.


Ὡστόσο, ἡ βιβλική παράδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀνέδειξε ἀκριβῶς αὐτό πού ἔλειπε ἀπό τήν ἀρχαιοελληνική ὀντολογία, δηλαδή, τή σημασία καί τήν ὑπαρξιακή πραγματικότητα τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου. Ἡ ὡραιότητα τῶν ἀρχαιοελληνικῶν ἀγαλμάτων εἶναι μιά θεοποιημένη μαρτυρία καί ἀντανάκλαση τοῦ φυσικοῦ κάλλους.

Ὁ κόσμος καί ἡ φύση εἶναι μιά κλειστή καί αὐτάρκης πραγματικότητα, ἡ ὁποία λειτουργεῖ κατ’ ἀνάγκην στό πλαίσιο τῆς αἰώνιας ἀνακύκλησης. Τά πάντα, ἀκόμη καί οἱ θεοί εἶναι μέσα στή φύση, ὑποτάσσονται στή λειτουργία τῆς φύσης· «ἀνάγκᾳ δ᾿ οὐδὲ θεοὶ μάχονται». Πίσω ἀπό τό κατ’ ἀνάγκην σταθερό αὐτό οἰκοδόμημα, ὅπου ὁ κόσμος ὑπάρχει μέ τήν ἀπαράβατη αὐτή τάξη, ὑπάρχει τελικά μία καί μοναδική θεότητα. Πρόκειται γιά μιάν ἀπρόσωπη κοσμολογική ἀρχή πού ταυτίζεται μέ τήν ἀνάγκη. Ὁ Ἀριστοτέλης ὀνόμασε τήν ἀρχή αὐτή τῆς ἀνάγκης ὡς «τό πρῶτο ἀκίνητο κινοῦν». Στό σημεῖο αὐτό ἡ ἀρχαιοελληνική σκέψη ἄγγιξε τά ὅριά της.


Ἡ χριστιανική παράδοση δέν ἀναφέρεται αὐτόνομα στή φυσική ὡραιότητα τοῦ κόσμου ἤ στή νοερή ἰδέα τοῦ κάλλους, ἀλλά κομίζει κυριολεκτικά μιά θεολογία τοῦ κάλλους. Ὁ ἄκτιστος Θεός, μιά προσωπική παρουσία, ἡ ὁποία ὑφίσταται ἐκτός τῆς κοσμικῆς πραγματικότητας, ἀποτελεῖ τήν ἐλεύθερη αἰτία καί ἀρχή τῶν πάντων. Ὁ κόσμος καί ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος τόν ἀνακεφαλαιώνει καί τόν ἐκπροσωπεῖ, εἶναι ποίημα καί γεγονός ἐλευθερίας καί ὄχι ἀνάγκης.

Θά μποροῦσε κανείς νά διαπιστώσει ὅτι ἡ χριστιανική σκέψη κάνει ἤδη βήματα πρός τή συγκρότηση μιᾶς θεολογίας τοῦ κάλλους. Ἡ θεώρηση αὐτή ξεκινᾶ μέ τούς Ἀλεξανδρινούς θεολόγους, τόν Κλήμεντα καί τόν Ὠριγένη, καί κατόπιν ἀκολουθοῦν οἱ Καππαδόκες, ὁ Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, ὁ Μάξιμος Ὁμολογητής, ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνός, ὁ Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ Γρηγόριος Παλαμᾶς καί ὁ Νικόλαος Καβάσιλας, καθώς καί ἡ μεγάλη ὑμνολογική καί λειτουργική ποίηση καί, ἀσφαλῶς, ἡ τέχνη τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ὡστόσο, ἡ χριστιανική θεώρηση τοῦ κάλλους δέν ἀποτελεῖ ἕνα δάνειο ἤ μιάν ἁπλή μεταγραφή τῆς ἀρχαιοελληνικῆς φιλοσοφίας, ἀλλά ἔχει βαθιές ρίζες στήν ἴδια τή βιβλική σκέψη, τήν ὁποία καί διερμηνεύει καί γόνιμα ἐπικαιροποιεῖ στό πλαίσιο ἑνός δημιουργικοῦ διαλόγου τῆς Ἐκκλησίας μέ τόν πολιτισμό καί τήν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα τῆς ἐποχῆς.


Ἡ βιβλική θεώρηση τῆς ἐκ τοῦ μή ὄντος δημιουργίας δέν εἶναι καθόλου ἄσχετη μέ τήν ἀλήθεια γιά τό εἶναι τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου. Τό γεγονός ὅτι ὁ κόσμος εἶναι κτιστός καί ὄχι αἰώνιος σημαίνει ὅτι δέν εἶναι δεδομένος ὀντολογικά. Ἡ ὕπαρξή του εἶναι προϊόν ἐλευθερίας πού ἀνάγεται σέ μιάν ὀντολογία ὑπερβατική τοῦ κτιστοῦ, στόν ἄκτιστο καί προσωπικό Θεό πού θέλησε ἐλεύθερα τή δημιουργία. Ἡ ἀρχή τῶν ὄντων ἀναφέρεται ἐκτός τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος θά μποροῦσε νά μήν ὑπάρχει. Τό ὅτι ὑφίσταται σημαίνει δωρεά καί χάρισμα. Ὁ κόσμος δέν ὑφίσταται κατ’ ἀνάγκην, ἀλλά συνιστᾶ γεγονός ἐλευθερίας. Τό ὅτι τά ὄντα δέν εἶναι αὐθύπαρκτα καί ὅτι ἔχουν ἀρχή σημαίνει ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς ὕπαρξής τους δέν εἶναι πλήρης δίχως τήν ἀδιάκοπη σχέση τους μέ τήν ἄκτιστη αἰτία τους, ἐπειδή προέρχονται ἐκ τοῦ μηδενός.

Διαβάστε τη συνέχεια στα ΑΝΘΙΒΟΛΑ, τεύχος 2
ΑΝΘΙΒΟΛΑ 2

 

Εγγραφείτε στο newsletter μας!

Εγγραφείτε στο newsletter μας και ενημερωθείτε πρώτοι για νέες κυκλοφορίες, προσφορές και εκδηλώσεις!