"Σαν κερί που τρεμοπαίζει…" - Δ′ Κυριακή των νηστειών

 
π. Βασίλειος Αργυριάδης

Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, ο Χριστός παρουσιάζεται να θεραπεύει ένα παιδί με δαιμονικό πνεύμα. Αξίζει όμως να δούμε την περικοπή στη συνάφειά της εντός του Κατά Μάρκον ευαγγελίου.

Πριν από το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, ο ευαγγελιστής Μάρκος παραθέτει τη διήγηση της Μεταμόρφωσης του Χριστού «εἰς ὄρος ὑψηλὸν». Κατεβαίνοντας από εκεί, ο Χριστός συναντά ένα πλήθος ανθρώπων να συζητά έντονα. Τι έχει συμβεί; Κάποιος έφερε ένα νεαρό παιδί στους μαθητές Του, ώστε να το θεραπεύσουν από δαιμονικό πνεύμα. Αλλά οι μαθητές δεν τα κατάφεραν. «Ὦ γενεὰ ἄπιστος», αντιδρά ο δάσκαλός τους…

Ο πατέρας στρέφεται τώρα στον Χριστό. Του λέει πως το δαιμονικό πνεύμα έχει κάνει τον γιο του άλαλο. Κάθε τόσο τον ρίχνει κάτω και τον κάνει να βγάζει αφρούς, να τρίζει τα δόντια και να μένει ξερός. Το παθαίνει αυτό «παιδιόθεν» και πολλές φορές ρίχτηκε στη φωτιά ή στα νερά για να πνιγεί. Ο πατέρας ζητά τη βοήθεια του Χριστού, μα δεν ελπίζει και πολλά: «κάνε κάτι, αν μπορείς…», λέει. Δείχνει να μην το πολυπιστεύει. Άλλωστε μόλις πριν, τόσοι άνθρωποι δεν είχαν καταφέρει κάτι. Μα ο Χριστός του απαντά: «Εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι». Και τότε ο πατέρας βάζει τα κλάματα: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ». Τα λόγια του Χριστού κάνουν να αναδυθεί μέσα από τον άνθρωπο μια πίστη — ισχνή, αλλά πίστη. Και το παιδί θεραπεύεται. Στο τέλος της περικοπής, ο Χριστός διδάσκει του μαθητές Του: «Τοῦτο τὸ γένος [το γένος των δαιμόνων] ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν, εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ».

Στο φόντο της σημερινής περικοπής υπάρχει λοιπόν μια αντίστιξη: το υψηλό όρος της Μεταμόρφωσης και ο πεδινός τόπος των προβλημάτων και των συμφορών. Το φως της Βασιλείας και το σκοτάδι ενός κόσμου βουτηγμένου στη φθορά και τη δαιμονική επιρροή. Ο ευαγγελιστής περιγράφει τα συμπτώματα της δαιμονικής επενέργειας με πυκνότητα και έκταση, προκειμένου ίσως να τονίσει εμφατικά όλο τον ζόφο ενός κόσμου όπου δεν έχει ανατείλει η Βασιλεία του Θεού. Κι ο ζόφος αυτός είναι μια εκ γενετής κατάσταση για τους ανθρώπους («παιδιόθεν»). Μια κατάσταση που μόνο στην καταστροφή οδηγεί («πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα…»). Και τίποτα δεν μπορεί να τη θεραπεύσει («εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου… καὶ οὐκ ἴσχυσαν»). Η ελπίδα είναι σχεδόν χαμένη. Μα το φως δεν μένει «εἰς ὄρος ὑψηλὸν» (κι ας το ζήτησαν οι τρεις αυτόπτες μαθητές εκεί). Κατέρχεται για να διαλύσει τα σκοτάδια.

Αξίζει να προσέξουμε πόσο συχνή είναι μέσα στη διήγηση η αναφορά στην πίστη (και τις λεκτικές παραλλαγές της). Το κέντρο βάρους όλης της περικοπής μοιάζει να είναι το δίπολο πίστης και απιστίας. Το πέρασμα από τον κόσμο της δαιμονικής επενέργειας στον κόσμο της σωτηρίας διαμεσολαβείται από την παρουσία του Χριστού και την ανάδυση της πίστης καταμεσής μιας «άπιστης γενεάς».

Αφού λοιπόν η πίστη είναι ο κεντρικός άξονας της περικοπής, τι είναι αυτό που ο Ευαγγελιστής μας λέει γι’ αυτή; Στην ουσία, τρία πράγματα διαφαίνονται στους στίχους της περικοπής: Πρώτον, πως η πίστη γονιμοποιείται μέσα στον άνθρωπο από τον λόγο του Θεού. Δεύτερον, πως, για να λύσει τη δουλεία στις δαιμονικές δυνάμεις, πρέπει να τροφοδοτείται από την πράξη («ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ»). Και τρίτον, πως η πίστη υπάρχει συχνά όχι ως κραταιά δύναμη, αλλά σαν κερί που τρεμοπαίζει («βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ»).

Η πίστη δεν αναδύεται μέσα μας ακούγοντας λόγια, αλλά ακούγοντας τον λόγο, τον λόγο του Θεού. Δεν αναδύεται διαβάζοντας βιβλία, αλλά το ένα βιβλίο, την Αγία Γραφή — εκεί είναι που συναντιέται ο άνθρωπος με τον λόγο του Θεού. Το περιεχόμενο της χριστιανικής ζωής αχνοφέγγει μέσα μας όταν «παλεύουμε» με τον λόγο του Θεού — κι όποιος μελετά τη Βίβλο, ξέρει καλά τι σημαίνει «παλεύω» με τη βιβλική ερμηνεία. Αλλά η σχέση μας με την Αγία Γραφή, η μελέτη και ανάλυση όσων ανταμώνουμε εκεί (όπως τώρα καλή ώρα) είναι στείρα και άγονη, αν μένει κλεισμένη σε σχοινοτενείς θεωρητικολογίες και διανοητικισμούς. Γιατί η πίστη τροφοδοτείται από την πράξη. Πίστη είναι αυτό στο οποίο συμμετέχουμε και με το κορμί μας. Γι’ αυτό και κάποιος στοχαστής έχει πει πως η πίστη είναι (τουλάχιστον αρχικά) η ένταξη του ανθρώπου σε έναν κόσμο χειρονομιών. Αυτό θα πει νηστεία: βάζω το σώμα μου να λειτουργεί καθημερινά στον ρυθμό της χριστιανικής επιταγής. Εξασκώ τον εαυτό μου να προσηλώνει τη ζωτική του ανάγκη στον Θεό κι όχι στην τροφή. Αυτό θα πει προσευχή: σηκώνομαι από τη βολή μου και μεταβαίνω στον ναό μαζί με τους άλλους. Για να ανάψω το κερί, να ασπαστώ τους αγίους, να βρω τη θέση μου ανάμεσά τους˙ να βάλω τον εαυτό μου να συμμετέχει στη σωματικότητα της προσευχής — θα ακούω, θα σηκώνομαι, θα μυρίζω το λιβάνι, θα γονατίζω, θα κλίνω την κεφαλή, θα γίνομαι (δια βρώσεως) σύσσωμος και σύναιμος Χριστού. Θέαση, ακρόαση, αφή, γεύση, όσφρηση. Αυτό θα πει «ένταξη του ανθρώπου σε έναν κόσμο χειρονομιών». Αυτό είναι που τροφοδοτεί την πίστη.

Και τότε τι γίνεται με τις πεποιθήσεις και τις παραδοχές; Το έχουμε ξαναπεί: οι σημερινοί άνθρωποι έχουμε μάθει να συσχετίζουμε την πίστη σχεδόν μόνο με πεποιθήσεις και παραδοχές. Νομίζουμε πως η πίστη σημαίνεται με σχήματα και ιδέες του μυαλού, θεωρητικές προτάσεις στις οποίες καταφάσκουμε με τη συνείδησή μας. Κι όσο περισσότερη ψυχολογική βεβαιότητα μας προσφέρει η οχύρωσή μας πίσω απ’ όλα αυτά, τόσο πιο μεγάλη εκλαμβάνουμε την πίστη μας. Είναι κάτι κι απ’ αυτά η πίστη, ναι. Μα στη σημερινή περικοπή το θαύμα προκύπτει μπροστά σε μια πίστη που τρεμοπαίζει, μια πίστη που συμπορεύεται με την απιστία — «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ». Θυμίζει ίσως τον ορισμό που μας έχει δώσει ο Απόστολος Παύλος: «πίστις ἐστί ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Εβρ. 11,1). Και μεταφράζουν οι Καινοδιαθηκολόγοι[1]: «Πίστη σημαίνει σιγουριά γι’ αυτά που ελπίζουμε και βεβαιότητα γι’ αυτά που δεν βλέπουμε». Μια θεμελιώδης αντινομία! Πόσο «σίγουρος» είσαι, αν «ελπίζεις»; Πόση «βεβαιότητα» διαθέτεις για πράγματα που «δεν βλέπεις»; Η πίστη των βεβαιοτήτων είναι αληθινή μόνο όταν συμπορεύεται παράδοξα με την πίστη των «ἐλπιζομένων» και των «οὐ βλεπομένων».

Οι χριστιανοί τρομάζουμε μπροστά στις αμφιβολίες. Ο ψυχισμός μας κλονίζεται. Λογίζουμε για πίστη ό,τι δεν νοθεύεται από την αβεβαιότητα. Μα όπως στη σημερινή περικοπή αξιώνεται το θαύμα ένας άνθρωπος με πίστη ισχνή, έτσι και το Άγιο Πνεύμα κατέρχεται στην Πεντηκοστή, σ’ εκείνους που κάθε άλλο παρά εικόνες αταλάντευτης πίστης ήταν: ένας μαθητής Τον αρνήθηκε, άλλος αμφέβαλλε για την ανάστασή Του, όλοι Τον εγκατέλειψαν κι αποκοιμήθηκαν στην πιο δύσκολη ώρα (στον κήπο της Γεθσημανή)˙ τρόμαξαν και σκόρπισαν μακριά Του όταν οι Ιουδαίοι Τον συνέλαβαν. Όμως ο λόγος Του είχε γεννήσει μέσα τους κάτι — μια πίστη ζωντανή και τόσο αληθινή όσο και οι αδυναμίες τους˙ τόσο υπαρκτή όσο και η απιστία τους. Μια πίστη σαν κερί που τρεμοπαίζει. Για κάθε άνθρωπο, αυτή τη φλογίτσα έρχεται να συναντήσει η πύρινη γλώσσα του Αγίου Πνεύματος. Όσο το αξιώνεται κανείς — «γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ» (Γαλ. 4,9).

Για ένα πέρασμα μιλά η σημερινή ευαγγελική περικοπή. Ένα πέρασμα από τον κόσμο της δαιμονικής επενέργειας, στον κόσμο της χάριτος. Ένα πέρασμα που διαμεσολαβείται από τον Χριστό και την πίστη — την πίστη σαν κερί που τρεμοπαίζει, σαν σωματική συμμετοχή σε έναν κόσμο χειρονομιών. Και η εβραϊκή λέξη Πάσχα —η γιορτή που μας ζυγώνει— σημαίνει ακριβώς αυτό: πέρασμα. Είναι το πέρασμά μας από τη δουλεία του κακού, στην ελευθερία της Βασιλείας του Θεού. Το πέρασμα είναι ανοιχτό, το έχει διανοίξει για μας ο Χριστός με τον θάνατο και την Ανάστασή Του. Σε μας μένει να διαβούμε το άνοιγμα. Προσηλωμένοι στον λόγο Του, που γεννά την πίστη. Προσηλωμένοι στην πράξη μας, που γαλουχεί την πίστη.

Καλό υπόλοιπο του αγώνα!

 

[1] Μετάφραση της Βιβλικής Εταιρείας.

 

 

Εγγραφείτε στο newsletter μας!

Εγγραφείτε στο newsletter μας και ενημερωθείτε πρώτοι για νέες κυκλοφορίες, προσφορές και εκδηλώσεις!