"Όταν ξεθωριάζει η ελπίδα…" - Κυριακή των Μυροφόρων

Julia Stankova
The Empty Tomb (Mark 16:1-7), 40 x 53 cm,
painting on wooden panel

π. Βασίλειος Αργυριάδης 

Η ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε σήμερα, έχει ένα «σκηνικό» ζοφερό κι ας μην είναι ορατό με την πρώτη ματιά. Αξίζει να το δούμε προσεκτικά.

 

 

Ο Ιησούς Χριστός σταυρώθηκε ημέρα Πέμπτη. Την Παρασκευή, μέχρι το απόγευμα, έπρεπε το σώμα Του (μαζί με αυτά των δύο ληστών) να αποκαθηλωθεί, διότι η επόμενη μέρα ήταν Σάββατο και μάλιστα Πάσχα των Ιουδαίων. Δεν ήταν όμως αναμενόμενο να έχουν ξεψυχήσει οι σταυρωθέντες. Ο δια σταυρού θάνατος ήταν ακραία βασανιστικός ακριβώς επειδή ήταν αργός. Το θύμα πέθαινε κυρίως από ασφυξία: το κορμί, κρεμασμένο πάνω στον σταυρό με ανοιχτά τα χέρια, πίεζε με το βάρος του τους πνεύμονες. Και για να μην είναι η ασφυξία σύντομη, οι βασανιστές έβαζαν στήριγμα στα πόδια του κατάδικου, είτε καρφώνοντάς τα, είτε απλά δένοντάς τα πάνω στο ξύλο. Έτσι ώστε ο σταυρωθείς να βιώνει την αγωνία και το πνίγος της ασφυξίας, αλλά να μην επέρχεται η λύτρωση του θανάτου. (Η φρίκη και ο σαδισμός της θανάτωσης του Χριστού είναι κάτι που συχνά μας διαφεύγει, μέσα στους λυρικούς εξωραϊσμούς των θρησκευτικών αισθημάτων). Ήταν σπάνιο λοιπόν να έχουν πεθάνει οι σταυρωθέντες μέσα σε μια μέρα. Οπότε, εν προκειμένω, η ρωμαϊκή φρουρά αναγκάστηκε να σπάσει τα πόδια των δύο ληστών (για να μην έχουν πλέον στήριγμα τα σώματα, κι η βαρύτητα να κάνει τη δουλειά της), αλλά όχι του Ιησού, διότι διαπίστωσαν πως είχε ήδη πεθάνει («ὁ Πιλάτος ἐθαύμασεν[απόρησε δηλαδή] εἰ ἤδη τέθνηκε»). Κανονικά οι Ρωμαίοι, θα άφηναν τα σώματα να λιώσουν πάνω στον σταυρό για παραδειγματισμό ή θα τα κατέβαζαν και θα τα πέταγαν σε κάποιο γκρεμό να τα φάνε τα αγρίμια — οι εκτελεσθέντες ήταν κακούργοι. Στην Ιουδαία όμως υπήρχε κάποια ευαισθησία ως προς τα λείψανα (ο Νόμος δεν επέτρεπε να μένουν άταφα), οπότε οι αρχές θα παράχωναν τους σταυρωθέντες ομαδικά και πρόχειρα σε κάποιο λάκκο.

 

 

Πρακτικές λεπτομέρειες όλα αυτά, στον απόηχο μιας φρίκης. Ο «κακούργος» ραββί είχε εκτελεστεί, οι υποστηρικτές του είχαν σκορπίσει. Κάθε ελπίδα γι’ αυτούς είχε ξεθωριάσει. Η κανονικότητα της ζωής ζητούσε να σκεπάσει μια τελειωμένη ιστορία.

 

 

Και μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, εμφανίζονται στη σημερινή ευαγγελική περικοπή κάποιες παράξενες φιγούρες — ένα εξέχον μέλος του Συνεδρίου των Ιουδαίων και κάποιες άσημες γυναίκες. Και κάνουν πράγματα όχι τελείως παράλογα, πάντως όχι ολότελα αναμενόμενα. Ο Ιωσήφ «ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας»ήταν μέλος του Συνεδρίου που καταδίκασε τον Ιησού σε σταυρικό θάνατο. Αλλά εκείνος, «τολμήσας», ζήτησε να δει τον Πιλάτο. Το μπορούσε κάτι τέτοιο λόγω της θέσης του. Και «ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ». Και το πέτυχε. Θα υπέθετε κανείς πως σαν ευλαβής Ιουδαίος φρόντιζε για την αποκαθήλωση των σωμάτων ενόψει της αργίας και της γιορτής — καθόλου παράλογο. Όμως εκείνος, «αγοράσας σινδόνα», αποκαθήλωσε με προσοχή τον καθημαγμένο Ιησού, λογίζοντάς Τον όχι ως εγκληματία, αλλά ως Κύριο. Κι ας είχε ξεθωριάσει πια κάθε ελπίδα. Κι αντί να Τον παραχώσει σε κάποιο λάκκο, Τον εναπέθεσε σε αξιοσέβαστο τάφο, αγορασμένο κατά πάσα πιθανότητα για τον ίδιο (τον Ιωσήφ) ή για κάποιο μέλος της οικογένειάς του — πώς αλλιώς θα μπορούσε να βρεθεί πρόσφορο στην ανάγκη της στιγμής ένα τέτοιο μνήμα; Ο «εὐσχήμων βουλευτής», αποστασιοποιείται από την τάξη του, και κάνει πράγματα όχι παράλογα, αλλά με μια αφοσίωση όχι και τόσο λογική ή σύστοιχη με την κοινωνική του θέση.

 

 

«Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται» — είδαν τα της ταφής. Και μαζί με τις άλλες γυναίκες θέλησαν να αλείψουν με αρώματα το σώμα του Ιησού. Αναμενόμενο, έτσι συνηθιζόταν. Περίμεναν να περάσει το Σάββατο, πράγμα επίσης λογικό, καθώς ο Νόμος απαγόρευε τέτοιες δραστηριότητες ανήμερα Σαββάτου˙ χώρια η γιορτή (ήταν Πάσχα). Με το ξημέρωμα της Κυριακής ξεκίνησαν να πάνε στον τάφο. Κι αφού ξεκίνησαν, έλεγαν μεταξύ τους: «ποιος θα μας κυλήσει την πέτρα από την είσοδο του μνήματος;». Πόση λογική έχει κάτι τέτοιο; Να ξεκινάς να κάνεις κάτι, γνωρίζοντας πως μάλλον δεν θα μπορέσεις. Μήπως πίστευαν ότι θα γινόταν κάποιο θαύμα; Μάλλον απίθανο — εκείνος που έκανε θαύματα είχε πεθάνει, η ελπίδα είχε ξεθωριάσει. Κι αν οι Μυροφόρες πίστευαν ξεκινώντας πως θα μπορούσε να υπάρχει τάχα ανάσταση, μάλλον δεν θα πήγαιναν καν να αλείψουν τον νεκρό. Ούτε θα περίμεναν να περάσει το Σάββατο, τηρώντας κανόνες και διατάξεις — μπροστά στο ενδεχόμενο μιας ανάστασης, ποιοι κανόνες και ποιες διατάξεις μένουν όρθιες; Όχι. Τίποτα δεν περίμεναν οι Μυροφόρες. Ήταν πενθούσες γυναίκες αφοσιωμένες σε πρόσωπο αγαπημένο. Γεμάτη είναι η ιστορία των ανθρώπων από φιγούρες τέτοιων γυναικών. Τίποτα μη αναμενόμενο δεν υπάρχει στη στάση τους. Κι εντούτοις, όσο αναμενόμενες είναι τέτοιες σκέψεις και πράξεις, άλλο τόσο αλλόκοτες και παράλογες ήταν αυτές των Μυροφόρων.

 

 

Στον απόηχο μιας φρίκης, πρακτικές λεπτομέρειες έπρεπε να διευθετηθούν. Τις ανέλαβαν άνθρωποι που έκαναν πράγματα λογικά μα και παράλογα, κατανοητά κι ακατανόητα. Η ελπίδα τους είχε τελείως ξεθωριάσει, αλλά η αφοσίωση και η πιστότητά τους στο πρόσωπο του Ιησού παρέμενε ζωντανή. Μία λέξη υπάρχει που να τα περιγράφει όλα αυτά: Ηρωισμός. Ηρωισμός είναι αυτό που γίνεται η αφοσίωση, όταν έχει πια ξεθωριάσει η ελπίδα. Πίσω από τη φρίκη που γίνεται ένα με την κανονικότητα της ζωής, πίσω από τις πρακτικές λεπτομέρειες που ζητούν διευθετήσεις, πίσω από τα λογικά φερσίματα που γίνονται κουβάρι με τα παράλογα, υπάρχουν κάποιες καρδιές —ο Ιωσήφ κι οι Μυροφόρες— που μένουν πιστές στον Ιησού. Αρνούνται να ακυρώσουν μέσα τους την αφοσίωση στο πρόσωπο Του. Αρνούνται να νικηθούν από τις συνθήκες, από τη φρίκη ή τη λογική των πρακτικών ζητημάτων. Δεν ζυγιάζουν λογικά και παράλογα στη σκέψη και την πράξη τους. Δεν ταλαντεύεται η αποφασιστικότητά τους. Ένα μόνο υπάρχει μέσα τους, ο Χριστός. Κι ας ήταν ηττημένος, κι ας ήταν πια νεκρός. Κι ας είχαν σκορπίσει οι κοντινοί Του μαθητές. Ναι, ηρωισμός είναι η λέξη. Κι ας μην αναφέρεται στην ευαγγελική περικοπή, κι ας μην είχαν συνείδησή της οι ήρωες, άνδρες ή γυναίκες, εξέχοντες ή μη.

 

 

Κι εκεί που οι Μυροφόρες πάνε να βάλουν ένα τέλος σε κάτι ήδη τελειωμένο, συναντούν απροσδόκητα έναν άγγελο. Και γίνονται μάρτυρες της αναστάσεως. Πόσο ανατρεπτικό! Διότι στο ρωμαϊκό περιβάλλον της ύστερης αρχαιότητας δεν είχε νομικό κύρος η μαρτυρία των γυναικών. Ε λοιπόν, γυναίκες διαλέγει ο Θεός για τη μαρτυρία της μεγάλης ανατροπής. Γιατί η Ανάσταση είναι η αθέατη ανατροπή, που φέρνει τα πάνω κάτω στον κόσμο.

 

 

Αγαπητοί αδερφοί, ζούμε σήμερα σε καιρούς μεταιχμιακούς. Συντριπτικά γεγονότα σαρώνουν τον κόσμο˙ οικονομικές καταστροφές, πανδημίες. Δυστοπίες αναδύονται σχεδόν από παντού, είτε στον μικρόκοσμο της γειτονιάς μας, είτε στον μακρόκοσμο του πλανήτη. Ίσως κι ένας παγκόσμιος πόλεμος να ετοιμάζεται να μας χτυπήσει την πόρτα. Λογικά και παράλογα πράγματα γίνονται κουβάρι στην καθημερινότητά μας. Η φρίκη μπερδεύεται αξεχώριστα με την κανονικότητα της ζωής. Η δυνατότητά μας να κατανοούμε τα πράγματα φτάνει στα όριά της. Το ίδιο κι η αντοχή μας. Είναι ανθρώπινο λοιπόν, να ξεθωριάζει μέσα μας μεγάλο μέρος των ελπίδων που συνήθως περιθάλπουμε.

Σήμερα όμως η Εκκλησία φέρνει ενώπιόν μας το παράδειγμα ενός απόκοσμου ηρωισμού, μιας αφοσίωσης στο πρόσωπο του Ιησού, που παραβλέπει τους φόβους και προσπερνά τις συνθήκες. Ας μείνουμε προσηλωμένοι σ’ αυτό το πρότυπο του ηρωισμού, σ’ αυτή την αφοσίωση στο πρόσωπο του Κυρίου και τις εντολές Του. Διότι όταν ξεθωριάζει η ελπίδα, άγγελοι εμφανίζονται και οι άνθρωποι γίνονται μάρτυρες μιας αναστάσιμης χαράς που ανατρέπει την τάξη του κόσμου. Κι ας φάνταζε μόλις πριν αυτός ο κόσμος τελειωμένος…

 

 

Εγγραφείτε στο newsletter μας!

Εγγραφείτε στο newsletter μας και ενημερωθείτε πρώτοι για νέες κυκλοφορίες, προσφορές και εκδηλώσεις!